1. Home
  2. News
  3. Φωτεινή Στεφανίδη: «Σεπτέμβρης. Νωρίς που βράδιασε ή ένα τρυφερό απομεσήμερο;»

Φωτεινή Στεφανίδη: «Σεπτέμβρης. Νωρίς που βράδιασε ή ένα τρυφερό απομεσήμερο;»

Φωτεινή Στεφανίδη: «Σεπτέμβρης. Νωρίς που βράδιασε ή ένα τρυφερό απομεσήμερο;»

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Ποια νύχτα σ’ έκλεψε / Ποια πίκρα σ’ έκρυψε / Και τώρα πια, για ποιον θα τραγουδώ / Νωρίς που βράδιασε / Ο κόσμος άδειασε / Αγάπη μου δε θα σε ξαναδώ…»

Λευτέρης Παπαδόπουλος με τη μουσική του Μίμη Πλέσσα, κι απ’ τα χείλη, τα ζωγραφιστά χείλη του Γιάννη Πουλόπουλου. Και τα μάτια.

«Ακόμη δεν φάνηκαν τα πρωτοβρόχια, να βγουν τα κυκλάμινα ανάμεσα στις πέτρες να “πεταρίσουν τα σγουρά φτεράκια τους στον ήλιο”. Αύγουστος με ζεστό το βοριά, με τη θάλασσα πάντα αλάνθαστη, μήνας που κρατά τα σκήπτρα και στη ζωή και στο θάνατο. Κι έχει τον μικρό, γλυκό Σεπτέμβρη ν’ ακολουθεί, σαν βάλσαμο να έρχεται και να απαλύνει το φρυγμένο δέρμα, τη φωνή που δεν βγαίνει – τι να πεις, να καθαρίσει το νερό το πολύπαθο απ’ του ανθρώπου την υπερβολή. Έρχεται και δεν υπάρχει πια κανένα κοριτσάκι να φοράει την μπλε ποδιά, τα σοσόνια και τα παπούτσια με το λουράκι, κι ανηφορίζοντας για το σχολείο να σφίγγει κρυφά στην τσέπη εκείνο το σεντεφένιο αφτάκι που βρήκε σε μια από τις λίγες φορές που πήγε στη θάλασσα με το πούλμαν της γειτονιάς και τον μπαμπά του κοντά – θησαυρός θαρρείς, λάφυρο του καλοκαιριού, του αληθινού καλοκαιριού χωρίς οργάνωση διακοπών, χωρίς απαιτήσεις». Εδώ και πάλι με τη Φωτεινή, να πούμε, να υποδεχτούμε τον Σεπτέμβρη.

Απομεσήμερο;

Της χρονιάς ολόκληρης. Εκεί που η ζέστη βαστά ακόμη, αλλά οι σκιές μαλακώνουν, χρωματίζονται, και τα περαστικά σύννεφα πού και πού πυκνώνουν. Εκεί που έχουμε χορτάσει καρπουζοπέπονο και λαχταράμε το σταφύλι, το τελευταίο σύκο, το αχλάδι. Εκεί που πέφτουν κάτω μισάνοιχτα στο βελούδο τους τ’ αμύγδαλα, εκεί που οι πεταλούδες ψάχνουν και βρίσκουν θαύματα: κρινάκια της άμμου, νυχτολούλουδα, ιβίσκους, δειλινά, γιασεμιά, πολλά γιασεμιά. Τα ρόδια στο τσακ να ωριμάσουν, πολλά έχουν ήδη ανοίξει και κερνούν τα πουλιά. Οι ντοματιές προσπαθούν ακόμη. Τα μπαμπακοχώραφα ασπρίζουν. Όλα παίρνουν τη σειρά τους κι εμείς ξανά μετέωροι, ξανά σκυφτοί μπροστά σε μια αλλιώτικη ζωή που έρχεται, δεν έρχεται;

Τι κρατάς με σιγουριά απ’ αυτόν το μήνα;

Την ισημερία του πρώτα πρώτα, αυτή τη μαγική ισορροπία μέρας και νύχτας, το βράδυ που πια έρχεται φανερά πιο νωρίς. Τον τρύγο και το πάτημα εκεί κοντά στου Σταυρού τη μέρα, να μην έχει βρέξει μόνο πριν. Tο μούστο, τη μουστιά, το βράσιμο του κρασιού που αρχίζει, το φρέσκο πετιμέζι, το σύκο το ξερό και φρέσκο μαζί, το πρώτο που βγαίνει. Το κεφαλάκι του κυκλάμινου που θα βρει πέρασμα και από την πιο στενή χαραματιά του βράχου ζητώντας μόνο τις βροχούλες του Σεπτέμβρη για να γεμίσει τις πλαγιές. Τους κρόκους τους κατακίτρινους και το ανεβατό λουλούδι της αγριοκρεμμύδας. Την τρυφερή γιορτή του Γενέσιου της Παναγιάς μαζί και με τον αστερισμό της Παρθένου, και την πρωτομηνιά του που γιορτάζουν όλα μαζί τα αρχαία γυναικεία ονόματα. Κι ακόμα την ποίηση, τη μουσική, τη ζωγραφική που έχουν γίνει για χάρη του.

Δώσε μας κάποια απ’ αυτά.

Ανάκατα όπως έρχονται στο μυαλό: τον Βάκχο του Καραβάτζιο, όπως και το πανέρι του με τα φθινοπωρινά φρούτα· τον Σεπτέμβρη του Γιάννη Τσαρούχη· το καλάθι με τα σύκα το ζωγραφισμένο στη βίλα Οπλόντις ανάμεσα στη Νάπολη και στο Σορέντο· τη δική μας Μαρία Κασσαβέτη (χαρακτηρισμένη ως εκθαμβωτικό φθινόπωρο δια γραφής και χρωστήρα Ροσέτι).

Το φθινόπωρο του Βιβάλντι που πάντα σιγοσφύριζε ο πατέρας· πιο ταπεινό αλλά ίσια στην καρδιά, το τραγούδι του Γιάννη Σπανού «Θυμήσου τον Σεπτέμβρη» που το είπαν τρεις αγαπημένοι (Κώστας Καρράς, Γιοβάνα, Γιάννης Πουλόπουλος)· το άλλο τραγούδι του Παντελή Θαλασσινού για τον μικρό Σεπτέμβρη που βάζει τα κλάματα (στίχοι Ηλία Κατσούλη).

Αυτή τη Φθινοπωρινή Σονάτα που τρέχαμε με τα πόδια από το Ηράκλειο στο Αελλώ στην Πατησίων να τη δούμε 16-17 χρονών κοριτσάκια μια παρέα, Μπέργκμαν θέλαμε, λαχταρούσαμε.

Και πάμε στα ποιήματα που είναι πολλά και γι’ αυτό διαλέγω ένα κομμάτι από τον «Τελευταίο παραθεριστή» του Γιάννη Ρίτσου που αγαπώ πολύ:

«Μένω εδώ πέρα μονάχος όχι για να χαρώ τις τελευταίες γλυκές μέρες του φθινοπώρου ούτε για ν' ακούσω το βαθύ γαλάζιο ν' αποσύρεται πίσω απ' τους λόφους [...] Ζητώ να ξαναζήσω το καλοκαίρι που έφυγε, που μου έφυγε μές απ' τα δάχτυλά μου σα ζεσταμένη, ασήμαντη άμμος, σα θαλασσινό νερό που σου βρέχει και σου χτενίζει ένα ένα τα ματόκλαδα και συ καθόλου δε το νιώθεις, γιατί είσαι ακέριος μέσα στο νερό κολυμπώντας...»

Μια ευχή;

Να κρατήσουμε κι εφέτος το κόσμημα του καλοκαιριού στην τσέπη, κι αν είναι χαρισμένο από χέρι και καρδιά, ευλογία.

© 2020 - Livemedia. All Rights Reserved