1. Home
  2. News
  3. Φωτεινή Στεφανίδη: «Ο Ιούνης που λαχταρώ» «…Στὸ σύνορο εἶναι...

Φωτεινή Στεφανίδη: «Ο Ιούνης που λαχταρώ» «…Στὸ σύνορο εἶναι...

Φωτεινή Στεφανίδη: «Ο Ιούνης που λαχταρώ»   «…Στὸ σύνορο εἶναι...
Φωτεινή Στεφανίδη: «Ο Ιούνης που λαχταρώ»

«…Στὸ σύνορο εἶναι λιγοστὰ τὰ πεῦκα
ἔπειτα μάρμαρα καὶ φωταψίες
κι ἄνθρωποι καθὼς εἶναι πλασμένοι οἱ ἄνθρωποι.
Ὁ κότσυφας ὅμως τιτιβίζει
σὰν ἔρχεται νὰ πιεῖ
κι ἀκοῦς καμιὰ φορὰ φωνὴ τῆς δεκοχτούρας…»
Γιώργος Σεφέρης, Θερινό ηλιοστάσι, Ζ’

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Κι ήρθαμε στον Ιούνη του 2020, στον «Γιούνη», όπως τον έγραφε στο χρυσό του φόντο ο Γιάννης Τσαρούχης και τον στόλιζε μ’ εκείνα τα χωνάκια του Μαρουσιού, τις “καλημέρες”, π’ ανοίγαν το πρωί κοιτάζοντας τον ήλιο κατάματα, κι έκλειναν σκυφτά τα προσωπάκια τους το σούρουπο. Τελειώνουν οι τρίλιες των κοτσυφιών που κράτησαν δυνατά φωνάζοντάς μας την αλήθεια στην πόλη όλη μέρα και τους δύο μήνες της καραντίνας. Οι δεκοχτούρες μεγαλώνουν τα μικρά τους που τρέμουν ακόμη… Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν, πόσο αργά… Εμείς μόνο μετράμε τον χρόνο καθώς είμαστε πλασμένοι, που μας λέει ο ποιητής. Όσο πιο κοντά στη φύση και στην τέχνη, τόσο ο χρόνος γίνεται φίλος αγαπημένος. Αλλιώς θεριό που σε πνίγει…»
Σιγά σιγά λέμε για τον Ιούνη μήνα με τη Φωτεινή ελπίζοντας στο χρόνο τον αληθινό.

-Τι απόμεινε απ’ τον «Γιούνη» όπως τον ξέραμε;

Όλα του εκεί είναι όπως εκατομμύρια χρόνια. Μουντζουρωμένα από εμάς, ωστόσο τις μουντζούρες μας ήδη τις κάνει σκόνη και δεν το ξέρουμε. Τι θα κρατήσει δηλαδή; Το φόβο που λάβωσε τις καρδιές του κόσμου, ή τις ανεμογεννήτριες που λαβώνουν τη γη; Μια μικρή βόλτα σε γνώριμα μέρη μετά από δυο μήνες, σκέτη πίκρα. Είμασταν μέσα κλεισμένοι, φοβισμένοι, υπάκουοι, για να χαρακώνουν τη γη μας πριν καλά καλά υπογράψουν; Και οι «πολίτες» να πετούν αλόγιστα τα σκουπίδια στις παραλίες που τους υποδέχτηκαν αγνές;
Θέλω, στ’ αλήθεια Γιώργο, να φωνάξω μέσα απ’ το χωνάκι τ’ αληθινό ή το ζωγραφιστό, ν’ ακουστεί σ’ όλον τον κόσμο: Τη γη μας και τη θάλασσα να προφυλάξουμε. Τα ποτάμια και τον ουρανό μας. Τα παιδιά και τα ζωντανά πλάσματα. Την πατρίδα του ο καθένας, τη γλώσσα του. Τότε να ξημερώσει ένας αληθινός ελληνικός Ιούνης, με τη δροσιά και τη ζέστη του, με το ηλιοστάσι του με τις ευωδιές απ’ το ρετσίνι του πεύκου που στάζει, του θυμαριού, του πικραμύγδαλου. Τότε ν’ ακουστεί και το πρώτο τζιτζιτζι του βασιλιά που αγάπησε την Αυγή.

-Τι σου έμεινε από τον Μάη που ζήσαμε;

Το στεφάνι που με τρόπο παράξενο κράτησε το χρώμα του, και πιο βαθύ απ’ το φρέσκο. Και τ’ άρωμά του, κι αυτό πιο βαθύ. Των κοτσυφιών τα τραγούδια, τρίωρα, τετράωρα, σερί. Οι κωδικοί 2 και 6 που συνεχίζονταν από κεκτημένη ταχύτητα μέχρι τα μισά του μήνα και βάλε. Η κλοπή του ονείρου. Ο κόσμος θέλει ποδήλατα για να ξεδίνει, έτσι ακούστηκε, κι έτσι θυσιάστηκε και το δικό μου στο βωμό των κλεπταποδόχων. Μόνο που ήταν ένα ποδήλατο που ξέδινε από πάντα, γιατί είχε λόγους να ξεδίνει πέρα από μία καραντίνα. Κι έρχονται οι πρώτες αποδράσεις, Μαραθώνας, Σούνιο. Το νερό κρύο, το σώμα, βλέπεις, αμάθητο τόσες εβδομάδες μέσα κλεισμένο. Τα λουλούδια στα τελειώματα. Τα χαλάσματα της γειτονιάς ξαναβρίσκουν την ησυχία τους από τα διψασμένα μάτια μου για μια σταγόνα αληθινής άνοιξης.
Κι ύστερα, η αποφυλάκιση. Το εργαστήρι της κοιλάδας. Βουνά τα φύλλα, σκόνη, αράχνες, αλλά και η χαρά της επιστροφής των χελιδονιών στην περσινή φωλιά. Όλα στη θέση τους εκτός από ένα· την καρδιά μας. Γιατί η μάσκα είναι ακόμη στην τσάντα και οι κορυφογραμμές της Βοιωτίας, είπαμε, στέκουν περήφανες αλλά λαβωμένες από περισσότερα τέρατα.
Ακόμη όμως, επιμένει, και κάτι λέει αυτό, ξυπνάει ξανά από τον Μάη και έντονα η επιθυμία για δημιουργία. Αν και φοβάμαι, ελπίζω πως αυτό, μαζί με την αγάπη για τη φύση που μας δόθηκε, θα εμποδίσει το κακό που όλο κι έρχεται να επικρατήσει.

-Κι έναν Ιούνη που λαχταράς πες μας.

Αμέσως. Τον θέλω ξανά απ’ το όνομα της Ήρας της θεάς. Τον θέλω να στρώνει μεταξωτό πανί για το χρυσό κουτί που κοιμάται ο Τιθωνός και ν’ ακούει ευλαβικά το πρώτο του τραγούδι. Τον λαχταρώ να έρχεται φορτωμένος κορόμηλα και κεράσια, ο κερασάρης. Να κόβει διαλέγοντας προσεκτικά τ’ αμπελόφυλλα παρέα με τον κυρ-Αντώνη, εκεί ψηλά στο μπαλκόνι του Αιγαίου. Κι ακόμη να χαϊδολογάει με τον άνεμό του τις πρώτες αγριομολόχες, εκείνες με το ανείπωτο ροζ, και τα θυμάρια να φωτίζει και να τον φωτίζουν με το άλλο, το δικό τους ανείπωτο μπλε μοβ. Και να κάνει ίδιες θάλασσες τα σταροχώραφα και τους ελαιώνες με το μελτέμι του. Και το αεράκι του αυτό, του Αρισταίου το μελτέμι, του γιού του Απόλλωνα, να το δώσει μόνο στο μύλο που αλέθει το στάρι, «της γης το χρυσάφι», και στο καΐκι που σήκωσε πανί για ψάρεμα και πουθενά αλλού. Τον θέλω να πηδήσει πάνω απ’ τις φωτιές του Αϊ Γιάννη του Κλήδονα του Ριζακάρη και να ρίξει να καεί το στεφάνι του Μαγιού εκστασιασμένος. Τον περιμένω στεφανωμένο με καλημέρες-χωνάκια και γιασεμιά και να ζωντανεύει από τον πίνακα του άλλου μεγάλου Γιάννη, του Τσαρούχη. Κι ακόμη να ψαρεύει πετρόψαρα και γαύρο, να βγάζει πεταλίδες και στρείδια, να ρίχνει ούζο στο ποτήρι, να κόβει το ψωμί με το χέρι. Τον θέλω έτσι, πολύ.

(Η φωτογραφία προς το τέλος του Μάη, από τη βεράντα του Νέου Ηρακλείου, κοιτάζοντας το πεύκο που μας αγκαλιάζει)
more...
© 2020 - Livemedia. All Rights Reserved