1. Home
  2. News
  3. Παναγιώτη Κουσαθανά ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ «Ένα βιβλίο, ένα μικρό ζεστό βιβλίο»

Παναγιώτη Κουσαθανά ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ «Ένα βιβλίο, ένα μικρό ζεστό βιβλίο»

Παναγιώτη Κουσαθανά ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ «Ένα βιβλίο, ένα μικρό ζεστό βιβλίο»

Της Φωτεινής Στεφανίδη, ζωγράφου

Τα έργα του Παναγιώτη Κουσαθανά δεν χρειάζονται κριτικά σημειώματα. Θα είναι κατώτερα των βιβλίων του ειδικά όταν επιχειρήσουν να επεξηγήσουν προθέσεις και αξίες. Κριτικός βιβλίου, φυσικά και δεν είμαι. Αναγνώστης μόνο, και διαβάζω λίγα πράγματα, βιβλία του προσκεφαλιού. Κι ένα από αυτά είναι και το σεντούκι.

Τον Παναγιώτη, τον μάστορα του λόγου και λάτρη των τεχνών, τον γνωρίζω αρκετά χρόνια, και είναι χαρά και τιμή οι συνεργασίες μας, όταν δηλαδή συνοδεύω με εικόνες ή σχέδια κάποιο γραπτό του σε έκδοση. Και μ’ έναν παράξενο τρόπο, νιώθω ότι συνεργαστήκαμε και στο “Σεντούκι”, αν και το εξώφυλλό του κοσμείται από το θαυμάσιο έργο του Μιχάλη Οικονόμου “Από τον Ωρωπό”, κι επάνω του ρέει με γαλανά γράμματα κελαρυστά, ψιθυριστά σχεδόν, ο τίτλος.

Συνεργαστήκαμε όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο μαντάτο για το απόκτημα που σώθηκαν οι ανθισμένοι κήποι του οι ζωγραφιστοί από τις φλόγες την τελευταία στιγμή, και ήρθε σε λίγες μέρες με το ταχυδρομείο (ακόμη στα ηλεκτρονικά είμασταν πίσω τότε) η φωτογραφία του· η φωτογραφία του σεντουκιού, του ίδιου του σεντουκιού. Συνεργαστήκαμε όταν αποτύπωσα με αβγοτέμπερα μια λεπτομέρεια από την διακόσμηση του για την ανάγκη άλλης του έκδοσης κι ένιωσα ίδια όπως όταν έμπαινα στ’ ανοιχτά ξωκλήσια των Κυκλάδων κι κατέγραφα τις λαϊκές τους ζωγραφιές. Συνεργαστήκαμε όταν τον επισκέφτηκα στο χωριουλάκι της Λαγκάδας κι άγγιξα με τα χέρια την ανάγλυφη πινελιά αυτού του μικρού αριστουργήματος που έπεσε τελικώς και ευτυχώς στα καλύτερα χέρια. Κι ακόμη ήταν η τιμή και η χαρά μεγάλη όταν πληροφορήθηκα από τον ίδιο για το κλειδί που βρέθηκε απρόσμενα και ταίριαξε «φηλί-κλειδί» στο σεντούκι.

Φηλί-κλειδί θέλει αυτό το βιβλίο για να το ανοίξεις. Σεντούκι είναι. Κι αν έβρεις το κλειδί και ταιριάζει, κι ανάλογα τη διάθεσή σου και τι έχεις ζήσει και πότε σε βρίσκει το άνοιγμα, άλλα θα σου πει και θα σου δείξει κάθε φορά.

Σημειώνω τους τίτλους, αινιγματικοί κι αυτοί, σαν τα κορδονάκια που είναι δεμένοι σταυρωτά οι θησαυροί του σεντουκιού και δεν ξέρεις τι έχουν μέσα διπλωμένο. Γράφω δίπλα και κομματάκια του βιβλίου που ήρθαν ίσια και με βρήκαν στην καρδιά, στη μνήμη, ξύπνησαν το γέλιο ή τη λύπη, την απόγνωση, το θάμβος και την αγαλλίαση:

Χωρίς βουβό συμπαραστάτη

«Αθέλητά μου θυμήθηκα πως τότες, στα χρόνια του κυρ’-Αντρέα, αν και αλόλωτο παιδάκι, ήμουν κι εγώ εξ ίσου θλιμμένος με αυτόν και συνεχώς γεμάτος μ’ ένα βουβό παράπονο –παράπονο, όχι παιδική γκρίνια– για σοβαρούς μάλιστα λόγους, ωστόσο ακόμα θολούς κι ακαθόριστους μες στο μυαλουδάκι μου…»

Ο αναβλέψας

«Τότε ήταν που πρωτομυρίστηκε ο Θωμάς ότι το να φλέγεσαι από την αγάπη και να καίγεσαι από τον πόθο δεν είναι αρκετό, χρειάζεται πάντα να διασταυρωθούν δυο αγάπες και δυο πόθοι για ν’ ανάψει δοξαστική η φωτάρα…»

Η οπαλίνα

«Είναι απ’ εκείνες τις ολοκάθαρες, τις λαμπρές μέρες που συχνά φιλεύει τους νησιώτες ο χειμώνας. Είχε μάλιστα βρέξει την παραμονή, η ατμόσφαιρα είχε καθαρίσει και τώρα διαγράφονταν ολοκάθαρα τα νησιά του πουνέντε, ν’ απλώσεις το χέρι και να τα πιάσεις. Η Δήλος, η Ρήνεια, η Σύρος, η Γυάρος, η Κέα, η Τήνος και στην εμπροσθοφυλακή το τοσοδούλικο Νησάκι του Μπά’ου με την κουστωδία από τα Καβουρονήσια του που το χωρίζει μια δρασκελιά στενό από την ανάβρα της Αναβολούσας των Καναλιώ’…»

Κάμα σούτρα

«–Δε σωπαίνεις, χριστιανέ μου, λέω εγώ, μην τύχει και περνά κανένας και μας ακούσει; Μα και να μη μας ακούσει, παρέ μόνο να μάσε δει στη στάση που βρεσκόμαστε θα ’ν’ αρκετό. “Σαν δεν ντρεπόνται, γέροι α’θρώποι, μες στο κοτέτσι βρήκανε να βγάλουνε τα μάτια τωνε!”, θα πει και θα ’χει δίκιο! Αχ και βαχ, ειντά ’παθα κεριακάτικα!...»

Το σεντούκι που γύρευε το κλειδί του

«Με τη βελούδινη πατίνα του χρόνου, που στα αντικείμενα συχνά συμπεριφέρεται πιο συμπονετικά απ’ ό,τι στους ανθρώπους, με τα απέθαντα χρώματά του, κεραμιδιά κι άλλα γαλάζια ή σκούρα κυανά της θάλασσας και πράσινα του σμαραγδιού, ήτανε θαύμα να το βλέπεις. Η χειροποίητη κλειδαριά, η κατίνα, όπως τη λέγαμε, καμωμένη σε χαρκιδιό ήταν στον τόπο της, μόνο το κλειδί είχε πια παντοτινά χαθεί, πού να βώλαζε άραγες το καημένο; Κι εκεί ζερβά κι αριστερά από το κέντρο που ανάδινε ζωγραφιστές μυρωδιές από το περιβόλι και το μποστάνι του ζωγράφου, να κι η χρονολογία, χωρισμένη ανά δυο ψηφιά: 18 86…»

Τα υστερνά του κόσμου

«Ο ήλιος, άλλωστε, από προχτές είχε κάνει πια τη μικρούλα στάση του –«τροπαί ηελίοιο»– και βάζει πλώρη για εκεί απ’ όπου είχε ξεκινήσει έξι μήνες πριν, αιώνες, εκατομμύρια χρόνια πριν, στην πρώτη-πρώτη αρχή του κόσμου…»
Πώς διασφαλίζεται η γλυκύτης της ζωής

«Ο πλανήτης γεμάτος από Τιθωνούς, Μαθουσάλες και Σίβυλλες, αδειανά καυκιά τζιτζικιών, στεγνά κοχύλια και φυραμένα σταμνιά…»

Φωνές και ψίθυροι μέσα απ’ την πληθωρική μα και τόσο φροντισμένη γραφή του μυκονιάτη Παναγιώτη Κουσαθανά που τούτη τη φορά μας χάρισε εφτά άρτια και μαζί ελεύθερα διηγήματα, συντροφιά του δύσκολου αυτού καλοκαιριού και πιστεύω πολλών καλοκαιριών ακόμη φέρνοντας το μελτέμι στο πρόσωπο και την ασπρίλα του ασβέστη στα δάχτυλα, μαζί και τους αναστεναγμούς απ’ τις ψυχούλες που πέρασαν απ’ το νησί κι άφησαν το χνάρι τους στο βιβλίο, αυτό το νησί που όσο κι αν κακοποιείται, το φέγγος του παραμένει.

Δεν είναι για τη δική μου ευκολία που θέλησα τον συγγραφέα ν’ αναλάβει εκείνος την ουσία απ’ το σημείωμα που τόσο λαχταρούσα να κάνω. Είναι που σωπαίνεις μπρος στην ομορφιά. Και το ’λεγε κι ο δάσκαλός μας ο λατρεμένος μας στη Σχολή Καλών Τεχνών, ο Γιάννης Μόραλης: Τα έργα μην τα ψάχνετε, μην τα εξηγείτε. Τα μικραίνετε. Μόνο να τα νιώθετε.

*Παραφθορά του μόττο από το γραπτό του Γιάννη Ρίτσου που χρησιμοποίησε ο Παναγιώτης Κουσαθανάς στην προμετωπίδα του βιβλίου: «Ένα κλειδί, ένα μικρό ζεστό κλειδί».

Παναγιώτη Κουσαθανά
ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
160 σελίδες
ΙΝΔΙΚΤΟΣ 2020

© 2020 - Livemedia. All Rights Reserved